Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σάμου καί Ἰκαρίας κ.κ. Εὐσεβίου διά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας 24ην Μαρτίου 2013.



Ἀγαπητοί Πατέρες καί Ἀδελφοί,
Πρῶτος μεγάλος σταθμός στό ταξίδι μας στό πέλαγος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἡ σημερινή Κυριακή, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Κατ’ αὐτήν ἑορτάζουμε τήν ἀναστύλωση τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, τή νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας, δηλαδή τήν ἐπικράτηση τῆς ὀρθῆς πίστης σέ συνδυασμό μέ τήν ὀρθή πράξη, τά ὁποία ἀποτελοῦν τό αὐθεντικό βίωμα  τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.
Γιά αὐτή τήν πίστη κάνει λόγο ὁ ἀπόστολος Παύλος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. Ἀκούσαμε γιά τούς ἀγῶνες πού χρειάστηκαν γιά τήν ἐπικράτησή της, ἀλλά καί ὅσα θαυμαστά ἐπετέλεσε ὁ Θεός μέ τήν χάρη Του σ’ ἐκείνους, πού ἔμειναν ἀμετακίνητοι στήν πίστη τους στόν ἀληθινό Θεό καί στή ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.
Τίς ἡμέρες αὐτές καί πάλι, σάν νά μήν ἔφταναν τά τόσα προβλήματα, πού ἐπεσώρευσε στή ζωή μας ἡ κοινωνική καί οἰκονομική μας ἐξαθλίωση, ἐμφανίστηκαν γιά μία ἀκόμη φορά οἱ αὐτοαποκαλούμενοι «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ», προσκαλώντας μέσα ἀπό ἕνα ἔγχρωμο φυλλάδιο, πού τυπώθηκε στήν Γερμανία γιά λογαριασμό τοῦ Κέντρου τους στήν Πενσυλβάνια τῆς Ἀμερικῆς, σέ μιά ἐκδήλωση γιά τήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου τοῦ μεγαλύτερου ἀνθρώπου. Ὡς μεγαλύτερο ἄνθρωπο θεωροῦν κατά βλάσφημο τρόπο τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ἀφοῦ ἀρνοῦνται τήν θεότητά του.
Μέ τήν εὐκαιρία λοιπόν τῆς σημερινῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, καλό εἶναι νά τιμήσουμε τήν ἡμέρα διευκρινίζοντας κάποια πράγματα, ἀφ’ ἑνός μέν γιά νά ἀναιρέσουμε τίς αἱρετικές τους δοξασίες καί ἀφ’ ἑτέρου γιά νά ἐπαληθεύσουμε ἐμεῖς τήν πίστη μας καί τή ζωή μας μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας.
Κατ’ ἀρχήν ἡ ὀνομασία τους «Μάρτυρες ἤ Χριστιανοί Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ» δέν λέει τίποτε. Ἡ λέξη Ἰεχωβᾶ δέν ἔχει ἱστορική βάση πουθενά στήν Ἁγία Γραφή, οὔτε στό πρωτότυπο, οὔτε στήν μετάφραση ἤ τήν ἀπόδοση στή νεοελληνική.  Στήν Ἁγία Γραφή συναντᾶται μόνο τό Γιαχβέ, τό ὄνομα μέ τό ὁποῑο ἀποκαλύφθηκε ὁ Θεός στό Μωϋσή, (βλ. Ἐξόδ. Γ, 14) τό γνωστό ὡς ἱερό τετραγράμματο. Ἡ ἑρμηνεία του εἶναι: αὐτός πού ὑπάρχει, ὁ Ὤν. Εἶναι ἡ λέξη, ἡ ὁποία βρίσκεται καί στό φωτοστέφανο τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.  Ἀπό σεβασμό στήν ἱερότητα τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ τόσο στήν Παλαιά, ὅσο καί στήν Καινή Διαθήκη καί ἀπό τούς ἴδιους τούς Ἁγίους Ἀποστόλους πουθενά δέν ἀναφέρεται ὁ Θεός μέ τή λέξη Γιαχβέ, πόσο μᾶλλον με το ἀνύπαρκτο Ἰεχωβᾶ! Ἡ γραφή Ἰεχωβᾶ προφέρεται στα ἑβραϊκά ὡς Ἀδωνάϊ, πού σημαίνει Κύριος, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ καί τό σύνηθες ὄνομα τοῦ Θεοῦ στήν ἐπίκληση καί προσευχή τῶν Δικαίων καί τῶν Ἁγίων.

Πέραν τούτων ἡ θέλησή τους νά τιμήσουν τόν θάνατο ἑνός μεγάλου ἀνθρώπου, ἀποδεικνύει τό μέγεθος τῆς βλασφημίας τους, καθώς θεωροῦν τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό ὡς κτίσμα τοῦ Θεοῦ Πατρός καί ἀρνοῦνται τήν Θεότητά του. Τό ἴδιο δίδασκε καί ὁ Ἄρειος. Καί αὐτό καί μόνο κατατάσσει τούς αὐτοαποκαλούμενους «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ» στούς αἱρετικούς Ἀρειανούς, τούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία μας κατεδίκασε στήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.).
Ἀρκεῖ μόνο νά ὑπενθυμίσουμε τρία ἀπό τά δεκάδες χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιά νά ἀποδείξουμε τήν θεότητα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Πρῶτον τήν ἀρχήν τοῦ Εὐαγγελίου  τοῦ Ἰωάννου : «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. α,1), ὅπου ξεκάθαρα λέει, πώς ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού ἐν χρόνῳ ἔγινε καί ἄνθρωπος γιά τή σωτηρία μας.
Δεύτερον τήν ἐνθουσιώδη κραυγή τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, ὅταν συνάντησε τόν Χριστό μετά τήν ἀνάσταση, καί εἶπε: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου» (Ἰωάν. κ, 28).
Καί τρίτον τήν ἐκ μέρους τῆς Ἐλισάβετ ὑποδοχή τῆς Παναγίας μας ἀμέσως μετά τόν Εὐαγγελισμό της ἀπό τόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ, πού αὔριο πανηγυρικῶς ἑορτάζουμε, καθώς τήν καλωσόρισε μέ τά λόγια:«Καί πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;» (Λουκ. α, 43) δηλ. Πώς ἦταν αὐτό νά ἔλθει σέ ἐμένα ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μου; Κύριος τῆς Ἐλισάβετ εἶναι ὁ Ἕνας ἀληθινός Θεός, ὁ Γιαχβέ ἤ ἔστω ὁ Ἰεχωβᾶ κατ’  αὐτούς, τόν ὁποῖον ταυτίζει μέ τόν κυοφορούμενο Χριστό καί θεωρεῖ τήν Παναγία, Μητέρα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ της.
Τοῦτο τό τελευταῖο χωρίο ἀποδεικνύει καί τήν προσωνυμία τῆς Παναγίας ὡς Θεοτόκου, ἀφοῦ γέννησε τόν Κύριο καί Θεό μας. Ἀρνούμενοι οἱ αὐτοαποκαλούμενοι «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ» τόν Χριστό ὡς Θεό ἀπορρίπτουν καί ὑβρίζουν τήν Παναγία μας. Δέν ἀποδέχονται οὔτε τούς Ἁγίους μας, οὔτε αὐτόν τόν Τίμιον καί Ζωοποιόν Σταυρόν, διά τοῦ ὁποίου ἦλθε ἡ χαρά σέ ὅλο τόν κόσμο, ὅπως λέμε καί στήν προσευχή τῆς Ἐκκλησίας μας «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι...Ἰδού γάρ ἦλθεν δια τοῦ σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ».
Μάλιστα δέ στήν πρόσκληση, πού μοιράζουν ἔχουν τόν Χριστό νά κρέμμεται ἀπό ἕνα πάσσαλο, γιατί δέν δέχονται τόν Σταυρό καί διδάσκουν, ὅτι κρεμάστηκε ὁ Χριστός σέ ἕνα ξύλο. Ἀλήθεια ἄραγε, πώς μποροῦν καί ἀδιαφοροῦν γιά ὅλες ἐκεῖνες τίς ἀναφορές τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιά τόν Σταυρό;
Στήν Παλαιά Διαθήκη ἔχουμε δεκάδες προτυπώσεις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Στήν Καινή διαθήκη, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός λέει «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν...ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ ακολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ, 24 κ΄ Μαρκ. η, 34 κ΄ Λουκ. θ, 23).
 Ὁ ὄχλος τῶν Ἑβραίων φώναζε «σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν» (Λουκ. κγ 21 κ΄ Μαρκ. ιε, 13-14) καί ὄχι κρέμασον.
Ὅταν ὁ Χριστός μετά τούς ἐμπαιγμούς ἀνέβαινε στόν Γολγοθᾶ γιά νά τόν σταυρώσουν, τότε ἀγγάρευσαν τόν Σίμωνα τόν Κηρυναῖο «ἵνα ἅρη τόν Σταυρόν αὐτοῦ» (Ματθ. κζ΄ 32 κ΄ Μαρκ ιε 21).
Ἀλλά καί ἕνα λεξικό νά ἀνοίξει κάποιος στή λέξη σταυρός ἔχει τήν περιγραφή καί τό σχῆμα τοῦ σταυροῦ, πού ὅλοι γνωρίζουμε. Καί στήν ἱστορία νά ἀνατρέξει θά ‘δεῖ ὅτι ἡ σταύρωση ἦταν ἡ συνήθης θανατική ποινή τῶν Ῥωμαίων καί γινόταν μέ συγκεκριμένο τῦπο σταυροῦ. Οἱ ἐπιγραφές στίς κατακόμβες καί ἡ ὅλη εἰκονογραφία τόσων αἰώνων ἀποδεικνύει περίτρανα τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί τήν σωτηρία διά τοῦ σταυροῦ, πού ἀρνοῦνται οἱ αὐτοαποκαλούμενοι «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ», οἱ ὁποῖοι ὡς ὀργάνωση ὑπάρχουν ἀπό τά τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα καί μετά.

Πῶς εἶναι λοιπόν δυνατόν νά ἀπαξιώνουν τήν δισχιλιετῆ πορεία, τήν διδασκαλία καί τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας καί νά ἀξιώνουν, πώς ἐκεῖνοι ἑρμηνεύουν σωστά τήν Ἁγία Γραφή, τήν ὁποία ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία καθόρισε καί χρησιμοποιεῖ τόσους αἰῶνες καί ὄχι τά τελευταία 140 χρόνια;
Τέλος ἡ ἀνάμνηση τῆς ἐπετείου τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ δέν σημαίνει τίποτε γιά ἐμᾶς. «Εἰ Χριστός οὐκ ἐγήγερται κενόν ἄρα τό κήρυγμα ἡμῶν κενή δέ ἡ πίστις ἡμῶν». (Α΄ Κορινθ. ιε, 14). Ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Χριστοῦ λαμβάνει ἀξία καί γίνεται οὐσιαστικός γιά τή σωτηρία μας, ἐπειδή φωτίζεται ἀπό τήν Ἀνάστασή Του. Χωρίς τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄδειο τό κήρυγμα καί ἡ πίστη μας κενή.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ βάση, εἶναι τό πᾶν. Ὅλα τά ὑπόλοιπα ἀκόμη καί αὐτός ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Χριστοῦ θά ἦταν ἁπλῶς ἱστορικά γεγονότα, ἀν δέν ὑπῆρχε ἡ Ἀνάσταση. Ἐκεῖνοι δέν λένε ὅμως τίποτε γιά τήν μετά τόν θάνατο τοῦ Χριστοῦ Ἀνάστασή Του, γιατί δέν πιστεύουν, ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ὄχι μόνο ἀνέστησε τήν κόρη τοῦ Ἰαείρου, τόν γιό τῆς χήρας τῆς Ναΐν καί τόν τετραήμερο Λάζαρο, ἀλλά καί ὁ Ἴδιος ἀνέστη εκ νεκρῶν ὡς Θεάνθρωπος.
Ὡς ἄνθρωπος πέθανε ἐπί σταυροῦ, ὡς Θεός ὅμως δέν ἔπαθε κάτι. Ἡ δύναμη τῆς θεότητός Του ἀνέστησε τήν ἀνθρώπινη φύση Του ἀπό τούς νεκρούς, ὅπως προανήγειλλε ὁ Ἴδιος, ὅταν εἶπε στούς Ἰουδαίους: «λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν.» (Ἰωάν. β, 19)Γκρεμίστε δηλαδή αὐτόν τόν Ναό καί σε τρεῖς ἡμέρες θά τόν ἀνοικοδομήσω. Καί οἱ μέν Ἰουδαίοι νόμισαν, πώς ὁμιλεῖ γιά τόν Ναό τοῦ Σολομῶντος, ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὅμως κάνει σαφές, ὅτι ὁ Χριστός ὁμιλοῦσε γιά τό ναό τοῦ σώματός του καί πώς μετά τήν ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς θυμήθηκαν οἱ Μαθητές τόν λόγον Του καί πώς ὁμιλοῦσε προφητικά γιά τήν Ἀνάστασή Του. (Βλ. Ἰωάν. β, 19-22)
Κι ἄν νομίζουν, οἱ αὐτοαποκαλούμενοι «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ», ὅτι συγκεντρώνονται σέ μία αἴθουσα καί κάνουν ὁμιλίες καί ἐκδηλώσεις γιά νά τιμήσουν μιά φορά τόν χρόνο τήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ δέν τόν πιστεύουν ὡς Θεό καί ἀρνοῦνται τήν τριήμερη καί ζωοποιό Ἀνάστασή Του, τούς ἐνημερώνουμε, ὅτι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, πιστή στήν ἐντολή, πού ἔδωσε ὁ Χριστός τό βράδυ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου στούς Μαθητές Του, τελεῖ συνεχῶς τήν θεία Λειτουργία γιά νά ἔχει τήν θεϊκή Του ἀνάμνηση.
Μέ τή θεία Λειτουργία καταγγέλουμε τόν θάνατο τοῦ Χριστοῦ καί ὁμολογοῦμε τήν Ἀνάστασή Του, μέχρι νά ξαναέλθει στήν Δευτέρα ἐπί γῆς Παρουσία Του, ὅπως ἀκριβῶς τό εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός κατά τήν παράδοση τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων στόν Μυστικό Δεῖπνο. Τά λόγια αὐτά  ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς (Βλ. Λουκ. κβ, 19) ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν Α΄ Πρός Κορινθίους Ἐπιστολή του (Βλ. Α΄ Κορινθ. ια, 24-26) καί κατά λέξιν τά συμπεριέλαβε ὁ Μέγας Βασίλειος στήν ἁγία Ἀναφορά τῆς Λειτουργίας του, τήν ὁποίαν καί σήμερα τελέσαμε καί εἶναι τά ἐξῆς: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν· ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν Ἄρτον τοῦτον, καὶ τὸ Ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν ἐμὸν θάνατον καταγγέλλετε, τὴν ἐμὴν Ἀνάστασιν ὁμολογεῖτε
Ἡ ἀνάμνηση αὐτή τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μιά ἰδέα. Εἶναι ἡ ὄντως ζωή, πού μεταδίδεται καθώς συμμετέχουμε στήν θεία Κοινωνία καί μεταλαμβάνουμε τοῦ τεθεωμένου, τοῦ μετά τήν ἀνάστασιν δηλαδή τιμίου σώματος καί αἵματος τοῦ Χριστοῦ γιά νά ἐπιτύχουμε καί νά ἐπισφραγίσουμε τήν κάθαρση ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά ἐφοδιασθοῦμε στόν ἀγῶνα γιά τήν αἰώνια ζωή. (Βλ. Α΄ Ἰωάν. α, 7) Γι’ αὐτό καί ὅταν κοινωνοῦμε ὁ Ἱερέας λέει: «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ..., τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν τήν αἰώνιον» κι ἐμεῖς ἀπαντᾶμε Ἀμήν, πού σημαίνει, ἔτσι νά γίνει.
Κι ἄς προσέξουμε, γιατί σέ ἐκείνους, πού ἀρνοῦνται τήν μέθεξη αὐτή, ἔστω κι ἄν εἶναι τίμιοι, ἐργατικοί καί φιλάνθρωποι, ὁ Κύριος δέν παρέχει λύτρωση. Ὁ λόγος του εἶναι σαφής καί κατηγορηματικός, πώς δέν πρόκειται νά ζήσουμε, ἐάν δέν φᾶμε τήν σάρκα Του καί ἐάν δέν πιοῦμε τό αἷμα Του (Βλ. Ἰωάν. στ, 53). Καί γιά νά μήν νομίσει κάποιος, ὅτι εἶναι συμβολικό τό νόημα τῶν λόγων αὐτῶν ἀποσαφηνίζει παρακάτω, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός λέγοντας: «Εἶναι πράγματι τροφή ἡ σάρκα μου καί ποτό τό αἷμα μου. Αὐτός πού τρώει τήν σάρκα μου καί πίνει τό αἷμα μου μέσα σέ ἐμένα μένει και ἐγώ σ’αυτόν.» (Βλ. Ἰωάν. στ, 55-56).

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Μέ αὐτές τίς σκέψεις σᾶς παρακαλῶ ἐκ μέσης καρδίας νά μήν παρασύρεσθε ἀπό τίς φωνές καί τίς ἐκδηλώσεις τῶν αἱρετικῶν, ὅσο καλοί καί εὐγενεῖς κι ἄν εἶναι, γιατί θέτετε ἐν ἀμφιβόλῳ τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς σας, γιά τήν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀπέθανε ἐπί Σταυροῦ καί ἀνέστη ἐκ νεκρῶν. Καί μαζί παρακαλῶ νά ἔρχεσθε στίς θεῖες Λειτουργίες μας, στίς κατά τόπους Συνάξεις μελέτης Ἁγίας Γραφῆς καί στά Κηρύγματα γιά νά ζεῖτε τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ καί νά διδάσκεσθε τόν λόγο Του μέσα ἀπό τήν αὐθεντική ἑρμηνεία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας καί νά ἐπαληθεύετε τό δρόμο τῆς ζωῆς σας, πού πρέπει νά ταυτίζεται μέ τόν Θεάνθρωπο Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπε: «ἐγώ εἰμί ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή».

Μετά τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης και εὐχῶν

† Ὁ Σάμου καί Ἰκαρίας Εὐσέβιος