Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σάμου καί Ἰκαρίας κ.κ. ΕΥΣΕΒΙΟΥ γιά τήν Κυριακή τῶν Βαΐων



Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί Ἀδελφοί,
«Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγεν».
Ὅπως ψάλλουμε ἀπό χθές, μᾶς συγκέντρωσε σήμερα ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιά νά ὑποδεχθοῦμε κι ἐφέτος τόν Χριστό, ὡς τόν Νικητή τοῦ θανάτου, μετά τήν θαυμαστή ἀνάσταση τοῦ τετραημέρου νεκροῦ Λαζάρου. Κρατοῦμε τά βαΐα τῶν φοινίκων μέ τά δαφνόφυλλα, ὡς σύμβολα τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ θανάτου καί εἰσερχόμαστε στήν Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὅπου ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν δική του ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση θά ἀποδείξει περίτρανα ὅτι εἶναι ὄχι μόνο ὁ νικητής τοῦ θανάτου, ἀλλά καί ὁ Ἀρχηγός τῆς ζωῆς.
Τίς ἴδιες αὐτές ἅγιες καί μεγάλες ἡμέρες οἱ αὐτοαποκαλούμενοι «Μάρτυρες τοῦ Ἱεχωβᾶ» καί πάλι προγραμματίζουν νά «θυμηθοῦν», ὅπως λένε στά φυλλάδιά τους τόν θάνατο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Πρός τοῦτο διένειμαν μέ ἀφθονία μία πρόσκληση -τυπωμένη στή Γερμανία γιά λογαριασμό τοῦ Κέντρου τους στήν Πενσυλβάνια τῆς Ἀμερικῆς (Watch Tower Bible Society of Pennsylvania)- στήν ὁποία ἀναφέρουν πώς ἡ ἀνάμνηση τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ εἶναι τήν Παρασκευή 3 Ἀπριλίου μετά τή δύση τοῦ ἡλίου.
Βέβαια μᾶς ξενίζει τό γεγονός, ὅτι ἄλλη μέρα εἶναι κατ’ αὐτούς ἡ ἐπέτειος καί ἄλλη μέρα πραγματοποιοῦν τήν θρησκευτική τους ἐκδήλωση, ἀλλά πιό πολύ μᾶς ξενίζει τό γεγονός ὅτι ἐπικαλοῦνται τήν ἐνημέρωση, πού θά γίνει ἀπό τήν τοπική τους ἐκκλησία.
Ποιά Ἐκκλησία; Πῶς ἔχουν τήν ἀντίληψη, ὅτι ἀποτελοῦν Ἐκκλησία; Θρησκεία ναί, ἀλλά Ἐκκλησία ἀπό ποῦ κι ὡς ποῦ; Τί σχέση ἔχουν μέ τόν ὁρισμό τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως περιγράφεται στήν Ἁγία Γραφή καί σημειώνεται στήν δογματική μας διδασκαλία;
Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἔχει κεφαλή τόν Χριστό καί μέλη ὅλους ὅσους πιστεύουν στόν Θεάνθρωπο Χριστό, ὡς Σωτῆρα καί Λυτρωτή τους, οἱ ὁποῖοι μεταλαμβάνουν τοῦ ἀχράντου Του Σώματος καί τοῦ Τιμίου Του Αἵματος γιά νά εἶναι ἑνωμένοι μαζί Του καί νά ἀποτελοῦν ἐνεργά μέλη τοῦ Σώματός Του.
Μάλιστα σέ μία συνέχεια ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς, ὅπως ὑπογραμμίζεται στήν ἀξιωματική θέση τοῦ Βικεντίου ἐκ Λειρήνου (5ος αἰών.) ἡ πίστη καί ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας συνίσταται σέ ὅ,τι πάντοτε, παντοῦ καί ὑπό πάντων πιστεύθηκε!
Ποῦ εἶναι ἡ συνέχεια τῆς πίστης τῶν Χιλαστῶν,  ὅταν ξεκινοῦν νά ὑπάρχουν μόλις στά τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα, ἀδιαφορώντας γιά τήν ὑπερδισχιλιετῆ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ;
Ἀλήθεια πῶς εἶναι δυνατόν νά ἔχουν τήν Ἁγία Γραφή, τήν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας μέσα ἀπό τήν Ἱερά της Παράδοση συγκρότησε; Πῶς εἶναι δυνατόν νά δέχονται τόν κανόνα της Ἁγίας Γραφῆς, πού περιλαμβάνει 49 βιβλία στήν Παλαιά Διαθήκη καί 27 βιβλία στήν Καινή Διαθήκη καί νά ἀρνοῦνται τήν Ἐκκλησία πού τόν κατήρτισε; Πῶς δέχονται τόν καρπό καί ἀρνοῦνται τό δένδρο;
 Μέ ποιό θράσος τολμοῦν νά διαστρεβλώνουν χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί νά παρουσιάζουν τά πράγματα ὅπως θέλουν;
Πώς ἔχουν τήν αἴσθηση, ὅτι ἑρμηνεύουν σωστά τήν Ἁγία Γραφή, στήν ὁποία μαζί μέ τήν Ἱερά Παράδοση στηρίζεται ἡ Ἐκκλησία καί ἑρμηνεύει τόσους καί τόσους αἰῶνες;
Πῶς μποροῦν νά ὀνομάζουν τούς ἑαυτούς τους ἐκκλησία, ὅταν ὡς Ἐκκλησία ὑπάρχει μόνο αὐτή, τήν ὁποία ὁ Θεάνθρωπος Χριστός περιποιήθηκε καί φροντίζει μέ τό ἴδιο Του τό Αἷμα, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς Πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσου; ( Βλ. Πραξ. κ 28).

Κι ἐπειδή ἀναφέρονται σέ πολλά ἑκατομύρια ἀνθρώπων ἀνά τόν κόσμο, πού θά παρακολουθήσουν μία τέτοια ἐκδήλωση θά θέλαμε πολύ νά μᾶς ποῦν, ποιοί ἀπό αὐτούς ἀνήκουν στούς 144.000 ἐκλεκτούς; Διότι παρερμηνεύοντας γνωστά χωρία τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννου (Βλ. ζ 1-8 καί ιδ 1-5) πιστεύουν πώς ἡ ἐκκλησία τους, ὅπως τήν ὀνομάζουν ἀπαρτίζεται μόνο ἀπό 144.000 ἀνθρώπους! Πολύ λίγους δηλαδή σχετικῶς μέ τούς  πιστούς τους, ὅπως διατείνονται καί ἄρα οἱ περισσότεροι δέν ἔχουν μέλλον στή σωτηρία, ὅπως τήν πρεσβεύουν οἱ Χιλιαστές.
Ἐνῶ ἐμεῖς στό Σύμβολο τῆς Πίστεως καταλήγουμε λέγοντας «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν» καί μέ τήν λέξη καθολική ἐννοοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι γιά ὅλους, ἀπευθύνεται σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀνεξαρτήτως χρώματος, ἔθνους καί φυλῆς, περιμένει ἀκόμη τήν ἐπιστροφή τῶν πεπλανημένων σέ ἄλλες θρησκεῖες καί αἱρέσεις καί προσεύχεται γι’ αὐτό καί παρέχει τή σωτηρία σέ ὅλους, ἀρκεῖ νά ὑπάρχουν ὡς ζῶντα καί ἐνεργά μέλη τοῦ Χριστοῦ.
Στήν πρόσκλησή τους αὐτή μάλιστα  οἱ αὐτοαποκαλούμενοι Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ χρησιμοποιοῦν καί τό χωρίο: «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν» ἀπό τό Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ (κεφ. κβ, στίχος 19) γιά νά πείσουν πώς ἡ ἐκδήλωση στήν ὁποία καλοῦν συντάσσεται μέ τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ καί ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς ἐπιθυμίας Του.
Κατ’ ἀρχήν πρέπει νά τονίσουμε, ὅτι τό χωρίο «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν» δέν ἀναφέρεται στήν ἀνάμνηση τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἀποτελεῖ τούς λόγους που ἐπισφραγίζουν την τέλεση τοῦ πρώτου μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅπως τό ἐπιτέλεσε ὁ Χριστός τό βράδυ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός μέσα ἀπό τήν θεία κοινωνία τῶν ἀχράντων μυστηρίων ὑπέδειξε στούς Μαθητές καί κατ’ ἐπέκτασιν σέ ὅλους μας ὡς μέλη τοῦ Σώματός Του, δηλαδή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, τό τρόπο γιά νά ἐνθυμούμαστε ὄχι ἁπλά τήν θυσία του, ἀλλά τήν Θεανθρώπινη παρουσία Του, ὡς Σωτῆρος καί Λυτρωτοῦ καί νά μετέχουμε σ’ αυτήν μέσα ἀπό τήν κοινωνία τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Μία ἀνάμνηση, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ τά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης μνήμης, καθώς ὅταν ἁπλά θυμᾶσαι κάποιον δέν σέ θυμᾶται κι ἐκεῖνος τήν ἴδια στιγμή, ἐνῶ κάθε φορά πού ἁπλῶς μνημονεύουμε τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ Ἡ ἀνάμνηση γίνεται ἀμφίδρομος τρόπος κοινωνίας, διότι ὁ Χριστός ὡς Θεάνθρωπος εἶναι πανταχοῦ Παρών. Ὅμως ἡ ἀνάμνηση τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μόνο κάποια στιγμιαία νοητική λειτουργία. Κάθε φορά πού κοινωνοῦμε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ὁ Χριστός εἰσέρχεται μέσα μας, εἰσέρχεται πραγματικά στή ζωή μας, γίνεται ἡ ἴδια μας ἡ ζωή, ὅπως τονίζει ὁ ἀπ. Παῦλος στήν πρός Κολοσσαεῖς ἐπιστολή του(βλ. Κολ. γ, 4). Γι’ αὐτό γράφει καί στόν Τιμόθεο «Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν κατά τό εὐαγγέλιόν μου» (Β Τιμ β,8) γιά νά δείξει πώς ἡ ἀνάμνηση τοῦ Χριστοῦ ξεπερνᾶ τά ἀνθρώπινα δεδομένα μιᾶς ἀνάμνησης τοῦ παρελθόντος καί μέσα ἀπό τήν θεία Εὐχαριστία γίνεται ἀνάμνηση τοῦ Χριστοῦ πέρα ἀπό τόν χρόνο καί τόν τόπο, ἀφοῦ ὁ Χριστός ως Θεάνθρωπος ὑπέρκειται τόπου καί χρόνου.
Αὐτό δέν μποροῦν νά τό συνειδητοποιήσουν οἱ Χιλαστές, οἱ αὐτοαποκαλούμενοι Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ. Γι’ αὐτό καί σταματοῦν στό θάνατο τοῦ Χριστοῦ καί μάλιστα χωρίς νά ὁμιλοῦν πουθενά γιά σταύρωση ἤ σταυρό. Ἀναφέρονται μόνο σέ μιά θυσία ὡς ἀφηρημένη ἔννοια. Ἐνῶ γιά τόν Χριστό τά πάντα μέχρι καί τῆς τελευταίας λεπτομερείας εἶναι συγκεκριμένα καί προφητεύθηκαν αἰῶνες πρίν τόν ἐρχομό Του στόν κόσμο καί Ἐκεῖνος ἐρχόμενος ἐπαλήθευσε κάθε προφητευμένη λεπτομέρεια μέ συγκεκριμένο τρόπο, ὅπως μαρτυρεῖται στήν Ἁγία Γραφή. Τέτοιες προφητεῖες θά ἀκοῦμε συνεχῶς νά διαβάζονται τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα.
 Ξαφνικά οἱ Χιλιαστές ἄρχισαν νά μήν παραδέχονται τόν σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό εἶναι καινούργια ἐφεύρευσή τους. Παλαιότερα μάλιστα τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ κοσμοῦσε τά αἱρετικά ἔντυπά τους. Ὅμως δέν πιστεύουν οὔτε στή Σταύρωση, οὔτε στήν  Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καί τοῦτο γιατί δέν πιστεύουν ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός. Σ’ αὐτό τό σημεῖο στηρίζεται ἡ αἵρεση στήν ὁποία ἔχουν ὑποπέσει. Καί ἀναγκαστικά, ἀφοῦ πιστεύουν ὅτι ὁ Χριστός εἶναι μόνο ἄνθρωπος, ἡ μνήμη τους ἐπαρκεῖ μόνον μέχρι τόν θάνατό Του. Θυμοῦνται τόν Χριστό σάν ἕνα ἄνθρωπο, πού πέθανε μόνο, ὅπως πεθαίνει κάποιος ἁπλός ἄνθρωπος καί γιά νά βγοῦν καί ἀπό κάθε ὑποχρέωση μία φορά τό χρόνο κάνουν κι ἕνα ἰδιότυπο μνημόσυνο στόν Χριστό, ἀφοῦ αὐτό κατάλαβαν ὅτι ζητεῖ ὁ Χριστός.
Ἐπειδή ὅπως προείπαμε δέν πιστεύουν, πώς ὁ Χριστός εἶναι Θεός, γι’ αὐτό ἀδυνατοῦν νά πιστεύσουν στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἄς γνωρίζουμε ἀδελφοί μου, ὅτι ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεως, τῆς θείας καί τῆς ἀνθρώπινης στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου μιά γιά πάντα, «ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀναλλοιώτως καί ἀδιαιρέτως», ὅπως ρητά ἀναφέρει ὁ ὅρος (ἀπόφαση) τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Χαλκηδόνα 451 μ.Χ.).
Ἕνα γνωστό ἀναστάσιμο τροπάριο λέει, ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός εὑρισκόταν στόν τάφο μέ τό σῶμα Του, μέ τήν ψυχή Του στόν Ἅδη, στόν Παράδεισο μέ τόν Ληστή, στόν θρόνο μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ὡς Θεός δέν σταμάτησε νά γεμίζει μέ τήν ἄκτιστη παρουσία Του τά πάντα, ἐπίγεια, ἐπουράνια καί καταχθόνια. Ὥστε ἡ ἀπαθής θεϊκή Του φύση, ἡ ὁποία δέν ἀποχωρίσθηκε οὔτε ἀπό τό νεκρό σῶμα, οὔτε ἀπό τήν ἀνθώπινη ψυχή ἀνέστησε τήν νεκρωμένη ἀνθρώπινη φύση. Γι’ αὐτό καί δέν λέμε Χριστός ἀνεστήθη, ἀλλά Χριστός ἀνέστη. Δηλαδή δέν χρησιμοποιοῦμε τό ρῆμα στήν παθητική φωνή, διότι τότε ἔχουμε ἀνάγκη ποιητικοῦ αἰτίου, αὐτόν δηλαδή, πού ἐνεργεῖ τήν ἀνάσταση, ὅπως ἔγινε μέ γιό τῆς χήρας τῆς Ναϊν, τήν κόρη τοῦ Ἰαείρου ἤ τόν τετραήμερο Λάζαρο, τούς ὁποίους ἀνέστησε ὁ Χριστός. Λέμε καί ψάλλουμε ἐνθουσιωδῶς Χριστός ἀνέστη γιά νά δηλώσουμε ἤ μᾶλλον νά ὁμολογήσουμε πώς ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος αὐτενεργεῖ καί ἀνίσταται ὁ Ἴδιος ἀπό τούς νεκρούς.
Καί κάτι ἀκόμη! Ἀν ὑπῆρχε ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα γιά τούς Χιλιαστές θά σταματοῦσε στή Μεγάλη Παρασκευή, τό ὁποῖο εἶναι τουλάχιστον ἀδιανόητο ἀκόμη καί νά τό σκεφθεῖ, ἕνας Ὀρθόδοξος Ἕλληνας Χριστιανός.
Πάντως ἐφέτος ἐπέλεξαν τό Μεγάλο Σάββατο γιά τήν ἐκδήλωσή τους, καθώς ἐπιλέγουν, ὅπως διατείνονται σέ παλαιότερο φυλλάδιό τους «τό βράδυ πού ἀντιστοιχεῖ  στίς 14 Νισσάν τοῦ ἀρχαίου Ἰουδαϊκοῦ ἡμερολογίου» καί αὐτό λέει πολλά!

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί
Μέσα στήν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα κατέχει κεντρική καί περίοπτη θέση. Στή ζωή μας μάθαμε ἀπό μικρά παιδιά νά σεβώμαστε ἰδιαιτέρως αὐτές τίς ἡμέρες, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν γιά τή ζωή μας, ὅ,τι τό ἅγιο  βῆμα γιά τόν Ναό. Γι  αὐτό καί μέ εὐλάβεια, ἀκόμη κι ὅσοι δέν τηροῦν μέ συνέπεια τά ἐκκλησιαστικά τους καθήκοντα τόν ὑπόλοιπο χρόνο, αὐτές τίς ἡμέρες θά νηστέψουν, θά ἐξομολογηθοῦν καί θά κοινωνήσουν ἀπό τά Ἄχραντα Μυστήρια, γιά νά ἐξαγιάσουν τή ζωή τους, μέ τόν Χριστό.
Καθώς εἰσερχόμαστε λοιπόν στήν Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα ἄς κλείσουμε τά αὐτιά μας στίς σειρήνες τῶν αἱρετικῶν αὐτόκλητων Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ.
Τήν ὥρα πού ἐκεῖνοι θά θυμοῦνται τό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου κατ’αὐτούς Χριστοῦ, ἐμεῖς μέ τό Ἅγιο Φῶς ἀπό τά Ἱεροσόλυμα θά μεταλαμπαδεύσουμε γιά μία ἀκόμη φορά τήν ἐλπίδα τῆς ὄντως Ζωῆς, πού αἰῶνες τώρα ξεχύνεται ἀπό τόν Πανάγιο Τάφο καί γεμίζει τήν Οἰκουμένη.
Θά ἐτοιμαζόμαστε γιά τήν ἀναστάσιμη ἀνάμνηση τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τήν θεία Κοινωνία, ψάλλοντας «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια» καί εὐχόμενοι τήν μόνιμη καί διηνεκῆ παρουσία μας στόν ἀνέσπερο αὐτό φωτεινό ἑορτασμό.
Ἄς ἐτοιμάσουμε λοιπόν τούς ἑαυτούς μας, ὅπως μᾶς συστήνει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησίας μας. Μέ τήν καρδιακή μας προσευχή καί τήν συμμμετοχή μας στίς λατρευτικές Συνάξεις τῶν Ἁγίων αὐτῶν ἡμερῶν. Μέ τήν ἐξομολόγηση καί τή μετάνοιά μας. Μέ τή νηστεία σώματος καί ψυχῆς. Καί κυρίως μέ πόθο γιά τήν κοινωνία μέ τόν Χριστό, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε νά προσκυνήσουμε τά ἄχραντα Πάθη, τήν τριήμερη Ταφή καί τήν ζωοποιό Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, προσφέροντάς Του τά μῦρα τῆς μετανοίας μας καί τήν ἀγάπη τοῦ πνευματικοῦ μας ἀγῶνα γιά νά ἔχουμε ζωή καί σωτηρία.

Καλή Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα. Καλή Ἀνάσταση.
  Ἐπίσκοπός Σας
 
† Ὁ Σάμου καί Ἰκαρίας Εὐσέβιος